Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Τί είναι η κολπική μαρμαρυγή;

Η κολπική μαρμαρυγή είναι ένας μη φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός (αρρυθμία) και χαρακτηρίζεται από ταχύ και ακανόνιστο σφυγμό. Συχνά ξεκινά με σύντομες περιόδους αρρυθμίας, οι οποίες μπορεί να γίνουν πιο παρατεταμένες, και ενδεχομένως να γίνει μόνιμη με την πάροδο του χρόνου. Τα περισσότερα επεισόδια δεν έχουν συμπτώματα . Μερικές φορές μπορεί να υπάρχει αίσθημα καρδιακών παλμών, λιποθυμία, δύσπνοια, ή πόνος στο στήθος. Η νόσος αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας, άνοιας, και εγκεφαλικού επεισοδίου.


Παράγοντες κινδύνου και διάγνωση

Η αρτηριακή υπέρταση και η βαλβιδοπάθεια είναι οι πιο μεταβλητοί παράγοντες κινδύνου για κολπική μαρμαρυγή. Άλλοι παράγοντες κινδύνου, σχετιζόμενοι με την καρδιά, περιλαμβάνουν την καρδιακή ανεπάρκεια, τη στεφανιαία νόσο, τη μυοκαρδιοπάθεια, και την συγγενή καρδιοπάθεια. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η βαλβιδική καρδιακή νόσος, συχνά συμβαίνει ως αποτέλεσμα του ρευματικού πυρετού.


Με τους πνεύμονες σχετιζόμενοι παράγοντες κινδύνου, περιλαμβάνουν την χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, την παχυσαρκία και την άπνοια στον ύπνο.
Άλλοι παράγοντες είναι η υπερβολική πρόσληψη αλκοόλ, ο σακχαρώδης διαβήτης, και η θυρεοτοξίκωση.
Ωστόσο, το ήμισυ των περιπτώσεων δεν συνδέεται με κάποιον από αυτούς τους παράγοντες.
Η διάγνωση γίνεται με την ψηλάφηση του παλμού και επιβεβαιώνεται χρησιμοποιώντας το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Στο τυπικό ΗΚΓ στην κολπική μαρμαρυγή, δεν υπάρχουν κύματα Ρ και ο κοιλιακός ρυθμός είναι ακανόνιστος.

Αντιμετώπιση

Η κολπική μαρμαρυγή αντιμετωπίζεται συχνά με φάρμακα, για να επιβραδυνθεί η καρδιακή συχνότητα σε ένα σχεδόν φυσιολογικό εύρος (γνωστό ως έλεγχος καρδιακής συχνότητας) ή να μετατρέψει το ρυθμό να φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό (γνωστό ως έλεγχος ρυθμού).

Η ηλεκτρική καρδιομετατροπή μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να ανατάξει την κολπική μαρμαρυγή σε φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό και συχνά χρησιμοποιείται επειγόντως, αν ο ασθενής είναι ασταθής.

Η παρέμβαση με κατάλυση με υψίσυχνο ρεύμα (ablation), μπορεί να αποτρέψει τις υποτροπές σε ορισμένα άτομα.

Ανάλογα με τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου για τον ασθενή με κολπική μαρμαρυγή, μπορεί να συστηθεί αγωγή με αντιπηκτικά φάρμακα, όπως η βαρφαρίνη ή ένα από νεότερα από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά φάρμακα. Αν και τα φάρμακα αυτά μειώνουν τον κίνδυνο του θρομβοεμβολικού (συνηθέστερα εγκεφαλικού) επεισοδίου, αυξάνουν τα ποσοστά της μείζονος αιμορραγίας.

Επίπτωση

Η κολπική μαρμαρυγή είναι η πιο συχνή σοβαρή αρρυθμία. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, από το 2014, προσέβαλε περίπου το 2% έως 3% του πληθυσμού. Αυτή είναι μια αύξηση 0,4 έως 1% σε σύγκριση με το 2005. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο περίπου 0,6% των ανδρών και το 0,4% των γυναικών προσβάλλονται.

Το ποσοστό των ατόμων με κολπική μαρμαρυγή αυξάνει με την ηλικία, με 0,14% κάτω των 50 ετών, 4% μεταξύ 60 και 70 ετών, και το 14% άνω των 80 ετών να πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή. Η κολπική μαρμαρυγή και ο κολπικός πτερυγισμός οδήγησαν σε 112.000 θανάτους το 2013, από 29.000 το 1990.

Οι τρεις τύποι κολπικής μαρμαρυγής
Παροξυντική κολπική μαρμαρυγή: τα ακανόνιστα ηλεκτρικά ερεθίσματα και η επιταχυνόμενη καρδιακή συχνότητα ξεκινούν ξαφνικά και σταματούν αυτόματα. Οι ασθενείς μπορεί να έχουν ήπια ή σοβαρά συμπτώματα. Τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν για λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά, ή να διαρκέσουν για ώρες ή ακόμα και μέρες.

Εμμένουσα κολπική μαρμαρυγή: σε αυτήν την περίπτωση η κολπική μαρμαρυγή σταματά μόνο όταν ο ασθενής λάβει φαρμακευτική αγωγή.

Μόνιμη κολπική μαρμαρυγή: παλαιότερα αποκαλούνταν χρόνια κολπική μαρμαρυγή. Ο φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός του ασθενούς δεν μπορεί να επανέλθει με τις συνήθεις θεραπείες. Η παροξυντική και η εμμένουσα κολπική μαρμαρυγή μπορεί να συμβούν ολοένα και συχνότερα και τελικά να μεταπέσουν σε μόνιμη κολπική μαρμαρυγή.



Περισσότερα για την κολπική μαρμαρυγή μπορείτε να διαβάσετε στο e-cardio.gr